Καινή Διαθήκη
Οι επιστολές αυτές απευθύνονται σε εκκλησίες ή μεμονωμένα άτομα και τις οποίες ο Παύλος έγραψε, ενώ ήταν φυλακισμένος για χάρη του Χριστού.
Σ’ αυτό το μάθημα, θα εξετάσουμε τις συνθήκες οι οποίες οδήγησαν στη συγγραφή των επιστολών του Παύλου προς τους Κολοσσαείς, τον Φιλήμονα, τους Εφέσιους και τους Φιλιππήσιους.
Η επιστολή του Ιακώβου έχει ονομαστεί το βιβλίο της σοφίας της Καινής Διαθήκης.
Η επιστολή προς Εβραίους ξεχωρίζει από τις υπόλοιπες επιστολές της Καινής Διαθήκης εξαιτίας της έντασης των προτροπών της.
Στην παραδοσιακή συστηματική θεολογία, ο όρος «εσχατολογία» χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να αναφερθεί στη διδασκαλία της Αγίας Γραφής που αφορά τη δεύτερη έλευση του Χριστού. Όταν όμως μιλούμε για την εσχατολογική προσέγγιση του aπ. Παύλου, πρέπει να επεκτείνουμε τον όρο ώστε να συμπεριλάβουμε πολύ περισσότερα από τη δεύτερη έλευση του Χριστού. Όπως, λοιπόν, θα δούμε, ο απ. Παύλος προσέγγισε ό,τι αφορούσε τον Χριστό, από την πρώτη έως και τη δεύτερη έλευσή Του με βάση την εσχατολογία.
Όταν ο Ιωάννης έγραψε το βιβλίο της Αποκάλυψης, οι αναγνώστες του είχαν ανάγκη μια νέα προοπτική. Η πρώτη εκκλησία αντιμετώπισε το διωγμό από την ισχυρή Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Πολλοί Χριστιανοί άρχισαν να το βλέπουν αυτό ως ήττα. Όμως ο Ιωάννης ενθάρρυνε τους αναγνώστες του να βρουν παρηγοριά κι εμπιστοσύνη στην νίκη που απέκτησε ο Ιησούς με την ανάστασή του. Ήθελε να καταλάβουν ότι κι αν ακόμη πέθαιναν ως μάρτυρες, αυτό δεν θα σήμαινε το τέλος της ιστορίας τους. Στο τέλος, ο Ιησούς θα ολοκλήρωνε την βασιλεία του, και κάθε πιστός κάθε εποχής θα συμμετείχε στην νίκη του. Αυτό είναι το νόημα του βιβλίου της Αποκάλυψης του Ιωάννη.






