Νοέ 21, 2019 | Η εκκλησία, Χριστιανική Ζωή
Ομιλία στην εκδήλωση προς τιμή του αείμνηστου Άργου Ζωδιάτη που διοργανώθηκε από την Ευαγγελική Εκκλησία Κατερίνης το Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2019
Με αφορμή το έργο του αείμνηστου Άργου Ζωδιάτη που ήταν κατεξοχήν έργο οραματιστικό θα ήθελα να σας καλέσω σε έναν γενικό αναστοχασμό περί οραματισμού. Διάλεξα αυτόν τον τίτλο γιατί αυτό που θα ήθελα να υποστηρίξω σήμερα είναι το ότι ο δρόμος του οραματιστή είναι γοητευτικός αλλά μπορεί να γίνει και επικίνδυνος. Θα ξεκινήσω με έναν ορισμό που μας δίνει ο Bill Hybels, ιδρυτής και μέχρι πρότινος ποιμένας της εμβληματικής εκκλησίας Willow Creek Community Church στο Illinois. Στο βιβλίο του Courageous Leadership ορίζει τον οραματισμό ως εξής: “Ο οραματισμός είναι μία εικόνα του μέλλοντος που γεννάει πάθος” (σελ. 32). Είναι μία εικόνα, ένα όνειρο, ένας πόθος για το μέλλον ο οποίος εμπνέει και φορτίζει με πάθοςτο παρόν. Ο ορισμός αυτός, γοητευτικός κι αυτός εκ πρώτης όψεως είναι όπως θα προσπαθήσω να δείξω, επισφαλής, δηλαδή κρύβει κινδύνους.
Ο πρώτος κίνδυνος είναι να μπερδέψουμε την προσωπική φιλοδοξία με τον οραματισμό. Ο οραματισμός, λοιπόν, σύμφωνα με τον παραπάνω ορισμό, αφορά σε μία εικόνα του μέλλοντος. Το ερώτημα είναι από πού και πώς προκύπτει αυτή η εικόνα; Πώς ξέρω ότι είναι μία αποκάλυψη του Θεού και όχι μία δική μου φιλοδοξία. Ο Νίκος Δήμου έγραψε το Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό διακωμωδώντας το πως συχνά κρύβουμε το τι πραγματικά θέλουμε να πούμε μέσα σε λέξεις ευηπόληπτες. Φοβάμαι ότι έχουμε και εμείς ένα παρόμοιο εκκλησιαστικό λεξικό. Για παράδειγμα, όταν κάποιος μας ζητήσει να κάνουμε κάτι εμείς λέμε “θα προσευχηθώ” και συχνά αυτό είναι ένας ευγενικός τρόπος για να πούμε “η απάντησή μου είναι όχι αλλά δεν θέλω να σου το πω ευθέως”. Ένα άλλο τέτοιο πολύ συχνό λεκτικό κόλπο είναι το να βαπτίζουμε φιλοδοξίες μας, επιθυμίες μας, ιδέες μας ακόμη και εμμονές μας ως “οραματισμούς”.
Ένας άλλος κίνδυνος είναι αυτός που “βλέπει” να υποτιμήσει και να περιφρονεί αυτούς που “δεν βλέπουν”. Το πρόβλημα με τους περισσότερους οραματιστές είναι ότι βλέπουν κάτι που δεν βλέπουν οι υπόλοιποι. Κάτι το οποίο ανήκει στο μέλλον προφανώς δεν υπάρχει στο παρόν. Και εδώ είναι που μπορεί τα πράγματα να στραβώσουν. Συχνά άνθρωποι του οράματος χάνουν την υπομονή τους και εύκολα κουράζονται με ανθρώπους που δεν μπορούν να δουν πέρα από το εδώ και το τώρα. Κάτι που πρέπει να θυμούνται οι οραματιστές είναι πως είναι πολύ δύσκολο να σύρουν κάποιους προς κάτι το οποίο δεν έχουν οι ίδιοι δει. Άρα είναι σημαντικό να κοντοσταθούν και να βοηθήσουν τους άλλους. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά οι οραματιστές είναι ανυπόμονοι και θέλουν να φτάσουν στο μέλλον γρήγορα. Εδώ βέβαια ισχύει η γνωστή παροιμία, “αν θες να πας γρήγορα πήγαινε μόνος σου. Αν θες να πας μακριά πήγαινε μαζί με άλλους”.
Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα ένα ακόμη πιο σοβαρό πρόβλημα είναι το να ταυτιστεί κάποιος τόσο πολύ με το όραμά του που να αντιμετωπίζει κάθε έναν που με κάποιον τρόπο το αμφισβητεί ως αντίπαλο και ως εχθρό. Επιστρέφοντας στον ορισμό του Hybels σας θυμίζω ότι μιλά για “πάθος” και το πάθος ως γνωστόν τυφλώνει και ηλεκτρίζει με ένταση τα πάντα. Γράφει ο Hybels σε ένα σημείο του βιβλίου του πως όταν κάποιοι ηγέτες στην εκκλησία του δεν ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι με τον οραματισμό του τους είπε “είμαι αποφασισμένος να συμμορφωθούμε με το θεόσταλτο σχέδιο αυτής της εκκλησίας… εάν κάποιος από εσάς νιώθει απρόθυμος να ταυτιστεί με αυτό το σχέδιο τότε είστε ελεύθεροι να βρείτε μιαν άλλη εκκλησιαστική διακονία που θα μπορέσετε να υπηρετήσετε” (σελ. 64). Ο Hybels περιέλαβε αυτό το περιστατικό στο βιβλίο του ως κάτι το θετικό. Προσωπικά το διάβασα με τρόμο. Πόσο σημαντικό είναι να μπορούμε να δεχτούμε την αμφισβήτηση και τον αντίλογο όταν φυσικά αυτός είναι καλόβουλος και τεκμηριωμένος. Πόσο ανάγκη είναι να περιστοιχιστεί ο οραματιστής από ανθρώπους που θα του πουν με ειλικρίνεια και αγάπη αυτό που πιστεύουν. Σε μία συγκλονιστική σκηνή από τον Βασιλιά Ληρ ο Κεντ προσπαθεί να ορθώσει αντίλογο στην απόφαση του βασιλιά και να τον αποτρέψει από μία ανόητη απόφαση για να εισπράξει την μήνιν του Ληρ. Ενώ ετοιμάζεται να τον σκοτώσει του λέει “Σκότωσε τον γιατρό σου, μήπως έτσι γιατρέψεις την άθλια πάθησή σου!”
Ο τελευταίος κίνδυνος είναι το να μπερδέψουμε τον στόχο με τον δρόμο που μας οδηγεί εκεί. Τον σκοπό με τα μέσα εκπλήρωσής του. Μία από τις πιο χρήσιμες ιστορίες που διάβασα ποτέ μου ήταν για κάποια εταιρία που έκανε τρυπάνια. Κάλεσαν έναν σύμβουλο να τους βοηθήσει στον σχεδιασμό επειδή οι πωλήσεις τους δεν πήγαιναν καλά. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να τους ρωτήσει, τι είναι αυτό που κάνετε εδώ; Ποια είναι η αποστολή σας. Να φτιάχνουμε τρυπάνια, απάντησαν. Τότε εκείνος του είπε, όχι, η αποστολή σας είναι η τρύπα! Να φτιάχνετε τρύπες. Τα τρυπάνια είναι απλώς ένας τρόπος να το κάνετε. Ένας σημαντικός κίνδυνος για τους οραματιστές είναι να χάσουν το όραμα του τέλους, της μεγάλης εικόνας και να εγκλωβιστούν σε κάτι που απλά αφορά τον τρόπο, το μέσο και όχι τον σκοπό. Κοντολογίς εάν ο οραματιστής δεν είναι ευέλικτος μπορεί να γίνει εμμονικός, δύσκαμπτος και δυσάρεστος.
Άρα;
Άρα μάλλον χρειαζόμαστε ένα άλλο μοντέλο, μίαν άλλη προσέγγιση για να ορίσουμε την έννοια του οραματισμού. Ένα τρόπο που περιορίζει τους κινδύνους που μόλις αναφέραμε αλλά ταυτόχρονα αφήνει χώρο για να ανθίσουν και να καρπίσουν νέοι οραματισμοί. Έναν τέτοιο μας προσφέρει ένας άλλος ποιμένας, ο Τιμ Κέλλερ στο βιβλίο του Center Church. Εκεί προτείνει τον ακόλουθο ορισμό “ο θεολογικός οραματισμός είναι το όραμα του τι πρέπει να κάνεις με αυτό που πιστεύεις στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο που ζεις” (σελ. 18). Υπάρχει μία βασική δομική διαφορά σε αυτόν τον οραματισμό σε σχέση με τον προηγούμενο που εξετάσαμε. Στον πρώτο ξεκινούμε από το μέλλον, σε αυτόν ξεκινούμε από το παρελθόν. Ο οραματισμός δεν γεννιέται από μία εικόνα στο μέλλον αλλά από μία αλήθεια αποκαλυμμένη στο παρελθόν. Η ερώτηση κλειδί δεν είναι “τι θέλω να δω στο μέλλον” αλλά “τι σημαίνει αυτό που μου έχει παραδοθεί για το παρόν”; Ξεκινώ λοιπόν από την δογματική και δοσμένη αλήθεια και παλεύω με το ερώτημα τι σημαίνει αυτό για μένα στο εδώ και στο τώρα. Ο οραματισμός λοιπόν, είναι “μία πιστή αναδιατύπωση του ευαγγελίου με πλούσιες εφαρμογές και αναγωγές για την ζωή, διακονία και αποστολή σε ένα είδος πολιτισμού σε κάποια δεδομένη περιόδο στην ιστορία”. Ο οραματισμός λοιπόν γεννιέται καθώς εφαρμόζεις τις αρχές του ευαγγελίου σε μια συγκεκριμένη συγκυρία. Ένας τέτοιος ορισμός πιστεύω μας δίνει ένα καλύτερο πλαίσιο για να πορευθούμε. read more
Νοέ 6, 2019 | Εκκλησία και Πόλη, Πολιτισμός, Κοινωνία
Τις μέρες αυτές η εκκλησία μας ανέλαβε την διοργάνωση ενός συνεδρίου για τα Νότια Βαλκάνια, το Movement Day. Το βασικό του θέμα είναι το πώς η πόλη θα αγγιχθεί από το ευαγγέλιο. Μία από τις βασικές αρχές που διατυπώθηκαν είναι το ότι για να γίνει αυτό, έχει κομβική σημασία το πώς οι Χριστιανοί ζουν ανοιχτά την πίστη τους μέσα στην καθημερινότητά τους. Τι σημαίνει όμως αυτό; Είναι μόνο το να δίνουμε την μαρτυρία μας; Ένας από τους ομιλητές του συνεδρίου ήταν o Toni Gogu πρών υφυπουργός Δικαιοσύνης της Αλβανίας και νυν πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου των Τιράνων. Μας παρουσίασε το πώς νωρίς στην καριέρα του ήρθε αντιμέτωπος με την ερώτηση: έχει θέση ο Θεός μέσα στο δικαστικό σύστημα; Ενδιαφέρεται για αυτό; Κι αν ναι τι σημαίνει αυτό για κάποιον που θέλει να Τον ακολουθήσει; Η μαρτυρία του ήταν συναρπαστική και διδακτική. Δεν θα την αναπαράγω εδώ. Θα ήθελα όμως να σταθώ μόνο σε ένα σχόλιό του που μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μιλώντας για τον Δανιήλ που προσπαθεί να ζήσει ως πιστός μέσα στην Βαβυλώνα αναφέρθηκε στη συνήθεια του Δανιήλ να προσεύχεται με τα παράθυρα ανοιχτά προς την Ιερουσαλήμ. Συχνά, σχολίασε, θεωρούμε ότι αυτό το έκανε για να “στείλει” την προσευχή του προς την Ιερουσαλήμ. Ίσως αξίζει να σκεφτούμε ότι η κατεύθυνση ήταν η ακριβώς αντίθετη. Δηλαδή, το έκανε για να “φέρει” την Ιερουσαλήμ στην Βαβυλώνα. Τι σημαίνει άραγε για τον καθένα μας το να φέρουμε την “Ιερουσαλήμ” – δηλαδή τις αρχές και τον αέρα της πόλης του Θεού μέσα στην Βαβυλώνα της καθημερινότητάς μας; Απαντώντας αυτό το ερώτημα θα αρχίσουμε να διαμορφώνουμε μία θεολογία της εργασίας κάτι που έχουμε όλοι τόσο ανάγκη!
Οκτ 14, 2019 | Εκκλησία και Πόλη, Πολιτισμός, Η εκκλησία, Κοινωνία
Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία που έκανε ο ποιμένας της εκκλησίας μας Γιώτης Κανταρτζής στην εκδήλωση για το “Έτος της Ανεκτικότητας” που οργάνωσε στην Αθήνα η πρεσβεία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (η εικόνα είναι το λογότυπο του έτους Ανεκτικότητας που εορτάζουν οι χώρες του Κόλπου).
Ένα από τα πιεστικότερα και πλέον επίκαιρα ερωτήματα με τα οποία καλούμαστε να αναμετρηθούμε είναι το πώς θα μπορέσουμε να ζήσουμε μαζί και από κοινού με ανθρώπους και ομάδες με τους οποίους έχουμε βαθιές θρησκευτικές διαφορές. Η μετανάστευση και στην περίπτωσή μας η προσφυγική κρίση, η οικονομική παγκοσμιοποίηση αλλά και η εποχή του διαδικτύου μείωσε τις αποστάσεις και μας έφερε σε άμεση επαφή και διάδραση με λαούς, πολιτισμούς και παραδόσεις που στο παρελθόν θα μας ήταν άγνωστοι ή έστω γνωστοί από απόσταση. Πώς λοιπόν μπορούμε να συνυπάρξουμε ειρηνικά;
Πριν περάσω να παρουσιάσω μια πρόταση που αναφύεται μέσα από τις ρίζες της δικής μου θρησκευτική παράδοσης – δηλαδή της χριστιανικής – θα ήθελα να σχολιάσω μερικές άλλες εναλλακτικές οι οποίες υποστηρίζονται από πολλούς και οι οποίες πρέπει κατά τη γνώμη μου να απορριφθούν.
Η πιο χαρακτηριστική σύγχρονη πρόταση για οικοδόμηση κοινωνιών ανοχής είναι ο περιορισμός της θρησκευτικής έκφρασης στον χώρο του ιδιωτικού. Είναι η απώθησή της από κάθε δημόσια εκδήλωση δημιουργώντας έτσι αυτό που διάφοροι κοινωνιολόγοι ονόμασαν “απογυμνωμένη δημόσια σφαίρα” (naked public square ή κατά άλλους empty public square). Σε αυτήν την αντίληψη, ιδιαίτερα διαδεδομένη στο περιβάλλον της δυτικής εκκοσμίκευσης, κεντρικής σημασίας είναι ένα συγκεκριμένο αφήγημα. Σύμφωνα με αυτό η εμφάνιση του Προτεσταντισμού ως άλλου θρησκευτικού πόλου γέννησε μία σειρά θρησκευτικών πολέμων κατά τον 16ο και 17ο αιώνα στην Ευρώπη στους οποίους χριστιανοί διαφορετικών δογμάτων σκότωναν ο ένας τον άλλο λόγω των θεολογικών διαφορών τους. Αυτό το αιματοκύλησμα τελικά σταμάτησε με την εμφάνιση του σύγχρονου έθνους στο οποίο οι θρησκευτικές πεποιθήσεις περιθωριοποιούνται, η νομιμοφροσύνη μεταφέρεται από την εκκλησία στην πολιτεία και το μονοπώλειο της βίας δίνεται στο κράτος. Έτσι το ά-θρησκο κράτος είναι η λύση που δαμάζει τον φανατισμό και τη βία που γεννά η θρησκεία. Η αφήγηση αυτή, ή σύμφωνα με τον William T. Cavanaugh “ο μύθος της θρησκευτικής βίας” έχει χαρακτηριστικά κοσμογονίας και σωτηριολογίας. Δηλαδή, είναι η αφήγηση του πώς ένα αρχέγονο χάος ρυθμίστηκε και οργανώθηκε μέσα από την εμφάνιση μιας θρησκευτικά απογυμνωμένης δημόσιας σφαίρας. Όπως όμως δείχνει ο Cavanaugh το αφήγημα αυτό δεν είναι ούτε αθώο ούτε αμερόληπτο και σίγουρα δεν είναι ιστορικά ορθό. Η θρησκεία και η πολιτική συμπλέκονται και διαπλέκονται με πολλούς και διάφορους τρόπους και ακολουθώντας διάφορες διαδρομές. Η στρατηγική αυτή λοιπόν προτείνει ότι ο δρόμος προς την ανεκτικότητα είναι με τον περιορισμό και την οριοθέτηση της θρησκευτικότητας.
Μία άλλη στρατηγική στην επιδίωξη ανοχής είναι η θρησκευτική σχετικοποίηση. Αναφέρομαι εδώ στον γνωστό ελέφαντα που διάφοροι τυφλοί ψηλαφούν και περιγράφουν δίνοντας ο καθένας όπως είναι αναπόφευκτο ένα μόνο μέρος της μεγάλης αλήθειας. Οι διάφορες θρησκείες, σύμφωνα με αυτήν την θεώρηση, πρέπει να λειτουργούν συμπληρωματικά κάτι σαν κομμάτια ενός παζλ που μόνο εάν μπουν μαζί με τα άλλα συνθέτουν μια πληρότητα. Το πρόβλημα είναι ότι όλες οι γνωστές θρησκείες, τουλάχιστον οι μονοθεϊστικές έρχονται με μία απόλυτη και ολοκληρωτική πεποίθηση περί αλήθειας καθώς επίσης και με μία πλήρη πρόταση ζωής. Δηλαδή θεωρούν ότι είναι όλο το παζλ και όχι απλά κομμάτια του. Μία άλλη εκδοχή της ίδιας στρατηγικής είναι η άποψη ότι τελικά όλες οι θρησκείες πάνω κάτω λένε το ίδιο και είναι το ίδιο. Πως υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής, ένας πανανθρώπινος πυρήνας αλήθειας που είναι κοινός και αποδεκτός από όλους. Με τα λόγια ενός αρχαίου σοφού: “οι λάμπες μπορεί να διαφέρουν το φως όμως είναι το ίδιο”. Αντιλήψεις όμως όπως κι αυτή τελικά πάσχουν από την ίδια ρομαντική αισιοδοξία που χαρακτήριζε πολλούς στοχαστές του Διαφωτισμού οι οποίοι πίστευαν ότι όλοι οι άνθρωποι θέλουν την ευημερία τους και ότι υπάρχει ένα οικουμενικά αποδεκτό όραμα για το “κοινό καλό” που μόλις οι άνθρωποι αντιληφθούν θα το επιδιώξουν, κάτι που αναπόφευκτα θα οδηγούσε στο τέλος της ιστορίας. Σήμερα όμως, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, παραμένουμε σε έναν κόσμο θρυμματισμένο και διαιρεμένο ανάμεσα σε ανταγωνιστικές ιδεολογίες και εσχατολογίες.
Επιστρέφουμε λοιπόν στο ερώτημα. Πώς ζούμε μαζί με ανθρώπους και ομάδες άλλων θρησκειών λαμβάνοντας υπόψη μας ότι συχνά αυτό σημαίνει διαφορές που είναι απόλυτες, ολικές και αγεφύρωτες; Η πρόταση που θα παρουσιάσω γεννιέται από ένα πλέγμα αρχών που συνδέονται με τη χριστιανική μου πίστη και παράδοση. Αυτές παρουσιάζονται με ευκρίνεια στο βιβλίο Public Faith, του Miroslav Volf, Κροάτη διαμαρτυρόμενου καθηγητή θεολογίας στο Yale. Εκεί βρίσκουμε τέσσερις βασικές θέσεις – αρχές που μαζί συνθέτουν το αναγκαίο θεολογικό πλαίσιο μιας χριστιανικής πρότασης:
- Επειδή υπάρχει ένας Θεός όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινή καταγωγή και για αυτό ίδια αξία
- Η κεντρική ηθική επιταγή της Βίβλου είναι να αγαπούμε τον πλησίον μας ως εαυτόν δηλαδή σύμφωνα με τον χρυσό κανόνα να τον μεταχειριζόμαστε όπως θα θέλαμε να μας μεταχειριστεί κι αυτός
- Δεν πρέπει να διεκδικουμε για τους εαυτούς μας ή για την ομάδα μας δικαιώματα που δεν είμαστε πρόθυμοι να δώσουμε και στους άλλους
- Η θρησκεία, είτε ως στάση καρδιάς, είτε ως εξωτερική πρακτική δεν μπορεί να επιβληθεί σε κάποιον
Εύκολα ελπίζω ότι παρατηρούμε ότι αυτές οι αρχές δίνουν το πλαίσιο για κάτι αρκετά διαφορετικό από την “ανεκτικότητα”. Όπως ορθά σημειώνει ο γνωστός ευαγγελικός κοινωνικός αναλυτής Os Guiness η γλώσσα της ανεκτικότητας παραπέμπτει σε μία συγκατάβαση. Είναι μία χειρονομία δήθεν γενναιοδωρίας του δυνατού προς τον αδύνατο. Αυτού που κατέχει εξουσία προς τον ανίσχυρο. Της πλειοψηφίας προς την μειονότητα. Η ίδια η γλώσσα της ανεκτικότητας μεταφέρει την συζήτηση στο πεδίο άσκησης εξουσίας. Η χριστιανική πρόταση πρέπει να είναι κάτι διαφορετικό, είναι η “φιλοξενία”. Η φιλοξενία δεν ακυρώνει την απόσταση και τη διαφορετικότητα, τουναντίον την προϋποθέτει. Για να υπάρχει φιλοξενία πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ του οικείου και του ξένου, του όμοιου και του διαφορετικού. Ταυτόχρονα όμως προϋποθέτει την πρόθυμη προσφορά χώρου και την ενεργητική έκφραση αγάπης. Στην καρδιά της χριστιανικής θεολογίας υπάρχει η πίστη ότι ο Θεός αγάπησε τον κόσμο και ότι ο Χριστός πέθανε από αγάπη για τους αμαρτωλούς (Ιωάννης 3:16, Ρωμ. 5:6). Έτσι οι Χριστιανοί μαθαίνουν να αγαπούν όχι μόνο τον πλησίον τους αλλά και τον εχθρό τους. Η αγάπη έτσι εξ ορισμού δεν σημαίνει συμφωνία και επιδοκιμασία. Σημαίνει υπέρβαση, προσφορά, υπηρεσία και ευσπλαχνία. Σημαίνει το να μοιραστείς το ίδιο τραπέζι για να φας μαζί με τον άλλο, είτε αυτός είναι φαρισαίος, είτε τελώνης. read more
Αυγ 29, 2019 | Ψαλμοί
Περικυκλωμένος από ταύρους, λιοντάρια να τον ξεσκίζουν, άγρια σκυλιά να τον απειλούν, αγριοβούβαλους να τον τρυπούν με τα κέρατά τους – έτσι νιώθει ο Ψαλμωδός. Και ο Ψαλμός αυτός μας δείχνει το πως ο άνθρωπος της πίστης μπορεί να αντιμετωπίσει μια τέτοια κατάσταση, να αντιδράσει μπροστά σε απειλητικά προβλήματα. Θα σταθούμε σε πέντε συμβουλές, οδοδείκτες σε μία πορεία μέσα και πέρα από τα προβλήματα.
1. Να είσαι προετοιμασμένος. Παλαιά επικρατούσε η άποψη ότι το βιβλίο των Ψαλμών είναι μία ασύνδετη ανθολογία προσευχών που απλά συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο. Όλο και περισσότερο όμως επικρατεί η άποψη ότι μιλούμε για το “βιβλίο” των Ψαλμών. Τονίζεται η αξία της μελέτης των Ψαλμών στην συνάφειά τους. Ο Ψαλμός 22 ακολουθεί τον Ψαλμό 21. Ο Ψαλμός αυτός όπως και ο προηγούμενός του είναι βασιλικοί ψαλμοί, δηλαδή ως θέμα έχουν την προστασία του βασιλιά από τον Θεό. Ιδιαίτερα ο Ψαλμός 21 καταλήγει με μία θριαμβική νότα μιλώντας για εχθρούς που “σ’ άτακτη θα τραπούν φυγή” και για τους πιστούς που “θα τραγουδάμε και θα μεγαλύνουμε τα κατορθώματά σου (του Θεού)” (εδ.13 και 14). Αν είχαμε μόνο τον Ψαλμό αυτό και στήναμε όλην την θεολογία μας σε αυτόν θα πιστεύαμε ότι αυτός που εμπιστεύεται τον Θεό περνά από την ζωή ανέφελος, αλώβητος, ανέγγιχτος από το κακό. Όμως τον Ψαλμό 21 τον ακολουθεί ο Ψαλμός 22 με όλα αυτά τα “θηρία” να κυκλώνουν και να ξεσκίζουν το ταλαίπωρο ψαλμωδό. Η αλληλουχία αυτή μας προσφέρει μία ισορροπία και ουσιαστικά μας προετοιμάζει. Ο πιστός δεν αιφνιδιάζεται από τα προβλήμα καθώς ξέρει ότι η ζωή δεν είναι μόνο ή πάντα η εμπειρία του Ψαλμού 21 αλλά υπάρχει και η ώρα του Ψαλμού 22.
2. Μίλα για τις εμπειρίες σου μέσα από την γλώσσα της γραφής. Το πώς μιλούμε και περιγράφουμε τις εμπειρίες μας έχει τεράστια σημασία. Τα ονόματα που δίνουμε δεν περιγράφουν απλά αλλά νοηματοδούν τις εμπειρίες μας. Βλέπουμε έτσι τον Κύριό μας Ιησού την ώρα του σταυρικού μαρτυρίου του να “μιλά” για τα βιώματά Του με περικοπές από την Βίβλο. Έτσι κράζει από τον σταυρό “Θεέ μου, Θεέ μου γιατί με εγκατέλειψες;” κάνοντας μία αναφορά στον Ψαλμό 22. Την ώρα της πορείας προς τον Γολγοθά κάνει μία αναφορά στον Ωσηέ 10:8 (δες Λουκάς 23:30). Και επίσης την ώρα του θανάτου του, στον Ψαλμό 31:6. Αυτό έχει τεράστια σημασία. Είναι άλλο πράγμα να πεις “πάει ξόφλησα” και άλλο “εις χείρας Σου παραδίδω το πνεύμα μου”. Μιλούν για την ίδια εμπειρία αλλά την φωτίζουν και ερμηνεύουν εντελώς διαφορετικά και αυτό κάνει τεράστια διαφορά στην πρόσληψή της!
3. Θυμήσου το παρελθόν. Ξανά και ξανά ο Ψαλμωδός συνδέει το δεινό παρόν του με την ανάμνηση της πιστότητας του Θεού στο παρελθόν. Έτσι στα εδ. 2 – 3 εκφράζει το παράπονό του για την θλίψη του και στο εδ. 4 ξεκινά με την λέξη “αλλά”. Η λέξη αυτή αντιστέκεται στην μονοσήμαντη ανάγνωση της πραγματικότητας. Υπάρχει αυτό που τώρα βιώνω “αλλά” υπάρχει και κάτι ακόμη. Αναφέρεται λοιπόν στην συλλογική μνήμη των ενεργειών του Θεού στην ιστορία του λαού Του στο παρελθόν (εδ. 4 – 6). Όμως στο εδ. 7 έχουμε ένα ακόμη “αλλά”. Η ανθρώπινη εμπειρία δεν είναι “γραμμική”. Δηλαδή εκεί που νομίζεις ότι βρήκες ισορροπία πέφτεις ξανά κάτω, ξεκινάς ξανά από τα ίδια: “αλλά εγώ είμαι σκουλήκι κι όχι άνθρωπος….”. Το θέμα ξανά είναι η πίεση του παρόντος. Όμως στα εδ. 10 – 11 στρέφει πάλι πίσω στο παρελθόν της σχέσης του με τον Θεό. Αυτό το “μπρος – πίσω” περιγράφει τόσο καλά την ανθρώπινη συνθήκη. Ο Ψαλμωδός θυμάται το παρελθόν για να αντιμετωπίσει το παρόν.
4. Κάνε υπομονή. Μερικές φορές τα ερωτήματά μας θα απαντηθούν αλλά μετά από καιρό. Είπαμε ήδη ότι πρέπει να δούμε τους Ψαλμούς μέσα στο πλαίσιό τους, μέσα στο “βιβλίο” των Ψαλμών. Και όπως πριν αντιπαραβάλλαμε τον Ψαλμό 22 με τον προηγούμενό του, αξίζει τώρα να τον συνδέσουμε και με τον επόμενο. Έτσι στον Ψαλμό 23 διαβάζουμε “ο Κύριος είναι ο ποιμήν μου… δεν θέλω φοβηθεί κακόν διότι συ είσαι μετ’ εμού”. Μερικές φορές αξίζει να περιμένουμε την επόμενη σελίδα και ίσως εκεί να βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα που μας πιέζει σήμερα! Μάλιστα προχωρώντας στον Ψαλμό 27 διαβάζουμε μία άμεση απάντηση στο έρωτημα του “Θεέ μου γιατί με εγκατελείπεις;” (22:1). Διαβάζουμε τον Ψαλμωδό να ομολογεί “η μάνα κι ο πατέρας μου μ’ εγκατέλειψαν, μα ο Κύριος με δέχεται”!
5. Εμπιστέψου τον Χριστό. Ο Ψαλμός αυτός είναι ο Ψαλμός του Χριστού. Περιγράφει προφητικά το σταυρικό μαρτύριο του Μεσσία. Τα εδ. 8 – 9 και 19 περιγράφουν εμπειρίες του Χριστού στο σταυρό. Επίσης η λεπτομέρεια στο εδ. 17 στην μετάφραση των Εβδομήκοντα ότι “τρύπησαν” (ὤρυξαν) τα χέρια και τα πόδια παραπέμπει στο μαρτύριο του Κυρίου μας. Ο Ψαλμός αυτός λοιπόν μας θυμίζει αυτό που διαβάζουμε στην Εβραίους 4:15 – 16 ότι ο αρχιερέας μας μπορεί να μας καταλάβει γιατί δοκιμάστηκε σε όλα! Τελικά η αναφορά του Χριστού στα λόγια του Ψαλμού είναι ένας ακόμη τρόπος ενσαρκωμένης “ταύτισης” του Λόγου με την εμπειρία του ανθρώπου. Ο Χριστός ξέρει τον πόνο μας και για αυτό μεσιτεύει για μας.
Αυγ 27, 2019 | Χριστιανική Ζωή
Εδώ και καιρό έχει κολήσει στο νου μου μία φράση. Ξεκινώντας να μελετώ τους Ψαλμούς στην Νέα Μετάφραση από τους Εβδομήκοντα σκάλωσα στο εδ. 4 όπου ο ψαλμωδός λέει στον Θεό “απ’ το πρωί θ’ αποκριθείς στην προσευχή μου, όταν σταθώ μπροστά σου το πρωί και ρίξεις πάνω μου το βλέμμα σου”. Συνήθως είμαστε εμείς που στρέφουμε το βλέμμα μας στον Θεό. Εδώ όμως ο ψαλμωδός απλά στέκεται μπροστά στον Θεό και Αυτός τον βλέπει και έτσι ξεκινά την ημέρα του.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι ίσως το καλύτερο σχόλιο για την σημασία της εμπειρίας αυτής. Είναι παρμένο από το βιβλίο του Pete Greig με τίτλο Dirty Glory: Go Where Your Best Prayers Take You (Λασπωμένη Δόξα: Πήγαινε εκεί που οι καλύτερες προσευχές σου σε οδηγούν).
“Με τα λόγια του Πάπα Φραγκίσκου: ‘Η προσευχή πρέπει να είναι μία εμπειρία εκχώρησης, παράδοσης στην οποία όλο το είναι μας εισέρχεται στην παρουσία του Θεού. Εκεί είναι που λαμβάνει χώρα ο διάλογος, η ακοή και η μεταμόρφωση. Βλέποντας τον Θεό αλλά κυρίως έχοντας την αίσθηση ότι Αυτός βλέπει εμάς’. Ο Πάπας παραδέχεται, ‘μερικές φορές αφήνω τον εαυτό μου να αποκοιμηθεί εκεί που κάθομαι αφήνοντας τον Θεό απλά να με βλέπει. Έχω την αίσθηση ότι είμαι στα χέρια κάποιου άλλου’. Μαθαίνοντας να κατοικούμε (ακόμη και να αποκοιμιόμαστε) μέσα στην αγάπη του Πατέρα κατά αυτό τον τρόπο, μοιάζει σαν προσβολή στο “στρατηγικό” τμήμα του εγκεφάλου μας… μία παραβίαση του εγώ, ένα είδος θανάτου. Μπορεί να μοιάζει ανεύθυνο, όπως τότε που ο Δαβίδ χόρευε γυμνός ενώ θα έπρεπε να τον απασχολεί η φήμη του ως ηγέτη του έθνους (Β’ Σαμ. 6:12 – 16). Μπορεί να φαίνεται υπερβολικό και υπερπνευματικό όπως η γλώσσα του Ψαλμωδού όταν λέει ότι “επιποθεί” και “λιποθυμεί” ή αλλιώς “λιώνει από τον πόθο” για να βρεθεί στον οίκο του Κυρίου (Ψαλμός 84). Ή ίσως να μοιάζει αφελές και σκανδαλώδες όπως τότε που η Μαρία στη Βηθανία έλουσε με ακριβό μύρο τα πόδια του Ιησού όταν τα λεφτά θα μπορούσαν να δωθούν για να τραφούν πεινασμένοι (Μάρκος 14:3-4). Μπορεί να είναι αντιπαραγωγικό όπως όταν ο Ιησούς ξενύχτησε προσευχόμενος ενώ χρειαζόταν να είναι φρέσκος και ξεκούραστος την επόμενη ημέρα (Λουκάς 6:12). Μπορεί να φανεί ακόμη και εγωιστικό όπως τότε που η Μαρία άφησε την αδελφή της να καθαρίζει πατάτες στην κουζίνα ώστε αυτή να μπορεί να κάτσει μπρος στα πόδια του Ιησού (Λουκάς 10:38 – 42)….“Το να είσαι μάρτυρας” λέει η συγγραφέας Madeleine L’Engle “σημαίνει να είσαι ένα ζωντανό μυστήριο. Σημαίνει να ζεις με τέτοιο τρόπο τη ζωή σου που να μην βγάζει κανέναν νόημα παρά μόνο εάν ο Θεός πραγματικά υπάρχει”.
Αυγ 7, 2019 | Εκκλησία και Πόλη
Πήρα να διάβασω ξανά την κλασσική διατριβή του Μεγ. Αθανασίου Περί Ενανθρωπήσεως για άλλους λόγους. Την προσοχή μου τράβηξε ένα μικρό σχόλιο με το οποίο ξεκινά την παράγραφο 25. Από την παράγραφο 19 μέχρι και την 24 ασχολείται με κάτι που προφανώς παρεκκλίνει από την βασική προσέγγιση και μεθοδολογία του. Αντί να μείνει σε αυτό που έγινε, στο ιστορικό γεγονός, στην οικονομία των θείων ενεργειών – στην ενότητα αυτήν καταπιάνεται με ερωτήματα του είδους “τι θα γινόταν εάν”. Ασχολείται έτσι με το ερώτημα γιατί ο Χριστός πέθανε με τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο πέθανε και όχι αλλιώς. Τι θα γινόταν εάν ο Χριστός δεν σταυρωνόταν από τους Ιουδαίους στα χρόνια του Πόντιου Πιλάτου αλλά πέθαινε με κάποιον άλλον τρόπο; Ασχολείται λοιπόν με τα ερωτήματα αυτά προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις, να επιχειρηματολογήσει εξηγώντας ότι ο Σταυρός ήταν ο μόνος ταιριαστός θάνατος που εκπληρώνει αυτό που ο Χριστός ήρθε να κάνει. Ολοκληρώντας την συζήτησή του αυτή και επιστρέφοντας στο θέμα του κάνει το εξής σχόλιο: “Και αυτά μεν προς τους μη Χριστιανούς οι οποίοι συνεχώς επιστρατεύουν επιχειρήματα” (Περί Ενανθρωπίσεως, 25). Εξηγεί στους αναγνώστες του ότι έκανε μία παρέκκλιση για χάρη των “έξωθεν”, όπως γράφει στο πρωτότυπο κείμενο. Αν και το κεντρικό ακροατήριό του είναι οι “έσω” δεν χάνει από το οπτικό του πεδίο του “έξωθεν” των οποίων τις ερωτήσεις ή τις αντιρρήσεις προσπαθεί να υποθέσει και να απαντήσει. Εδώ έχουμε μία από τις πιο σημαντικές αρχές που πρέπει να χαρακτηρίζουν τον “δημόσιο λόγο” μας με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το κήρυγμα. Καλούμαστε να μιλούμε έχοντας στο νου μας και τους “έξωθεν”. Ποιες θα είναι οι πιθανές αντιρρήσεις τους; Ποια ίσως είναι τα σημεία που δεν θα καταλάβουν; Πού θα συμφωνήσουν και που θα διαφωνήσουν; Και πώς μπορούμε όλα αυτά όχι μόνο να τα προβλέψουμε αλλά και να τα συμπεριλάβουμε στην παρουσίασή μας; Αυτό δεν είναι μία στρατηγική που υποκινείται από σκοπιμότητα αλλά μία πράξη φιλοξενίας και ευγένειας προς αυτόν που δεν ανήκει στην “κοινότητά” μας.